Multilingual Practice
en  fr  sp

Στο ντιβάνι

ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Η Αθηνά, 31 χρονών, διαζευγμένη και μητέρα ενός αγοριού 4,5 χρονών, επισκέφθηκε τον ψυχολόγο, επειδή «η κατάστασή της δεν πήγαινε άλλο και ήθελε βοήθεια». Ανέκαθεν μελαγχολική, έβρισκε διέξοδο στο ποτό από τα εφηβικά της χρόνια, με κάποια διαστήματα αποχής. Αντικαταθλιπτικό πήρε για πρώτη φορά στα 18 της με συνταγή ψυχιάτρου. Στην παρούσα φάση, δεν μπορούσε να κάνει δουλειές του σπιτιού, ούτε να φροντίσει το παιδί της. Ο ύπνος της ήταν διακεκομμένος και η όρεξή της αυξημένη, με αποτέλεσμα τον τελευταίο χρόνο να έχει πάρει 25 κιλά. Το ευτύχημα ήταν ότι κατάφερνε να πηγαίνει στη δουλειά της την οποία αγαπούσε επειδή ήταν πάνω στο αντικείμενο των σπουδών της και μόνο 1-2  φορές το πρόβλημά της είχε γίνει αντιληπτό από κάποιους συναδέλφους της. Ήταν πολύ συνδεδεμένη με τους γονείς της και την μικρότερη αδελφή της, που κατοικούσαν σε διαμέρισμα πάνω από το δικό της. Η Αθηνά, από νήπιο, φοβόταν μήπως μείνει μόνη. Γι’ αυτό το λόγο, οι γονείς την είχαν βάλει στο δωμάτιό τους και, προκειμένου να κοιμηθεί, τους κρατούσε το χέρι. Ακόμα και τώρα που έμενε με το γιο της, ο πατέρας της έμενε μαζί της το βράδυ.

Όπως προέκυψε από την ψυχοθεραπεία, η κατάθλιψή της είχε επιδεινωθεί μετά τον γάμο. Η μητέρα της είχε επίσης ευαίσθητα νεύρα, ζούσε με ηρεμιστικά και δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Ως παιδί πίστευε ότι η ίδια ευθυνόταν για την κατάσταση της μητέρας της. Αργότερα θεωρούσε ότι ευθυνόταν ο γάμος και η μητρότητα. Επομένως δεν ήταν έτοιμη για γάμο, αλλά παντρεύτηκε από φόβο μήπως μείνει μόνη. Ένας λόγος παραπάνω, δεν ήταν έτοιμη για την μητρότητα, παρότι το ήθελε. Έτυχε να μείνει έγκυος, οπότε αποφάσισε να κρατήσει το παιδί.

Η θεραπεία της Αθηνάς υπήρξε μακροχρόνια, αφού ο θεραπευτής έκρινε σκόπιμο να μην την πιέσει, προκειμένου να διακόψει απότομα τις σχέσεις εξάρτησης που διατηρούσε, κυρίως με τους δικούς της. Πρώτα συνειδητοποίησε το βαθύτατο αίσθημα προσωπικής ανεπάρκειας, που την έκανε να αφήνει τους άλλους να αποφασίζουν για εκείνη. Ύστερα επεξεργάστηκε τον φόβο της απόρριψης. Οι γονείς της, επίσης ιδιαίτερα προσκολλημένοι στα παιδιά τους, είχαν περάσει, κυρίως στο πρωτότοκο παιδί τους, ίσως άθελά τους, το μήνυμα ότι οποιαδήποτε ανεξάρτητη συμπεριφορά, δηλαδή διαφοροποίηση, ήταν ανεπιθύμητη. Χρειάστηκαν και κάποιες συνεδρίες με τους γονείς, καθώς και μερικές συνεδρίες με ταυτόχρονη παρουσία των τεσσάρων μελών της πατρικής οικογένειας της Αθηνάς, προκειμένου το κάθε ένα από τα μέλη της να βρει τη σωστή του θέση.

 

ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΛΟΓΩ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ

Όταν η 32χρονη Όλγα, μητέρα μιας κόρης 1,5 έτους, σε διάσταση με τον σύζυγό της, επισκέφθηκε τον ψυχολόγο, ήταν άνεργη και περνούσε  αρκετές ώρες της ημέρας στο κρεβάτι. Παρότι η λειτουργικότητά της είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό, η ίδια, όπως έλεγε, δεν ήθελε να «χαπακωθεί», για να βγει από την κατάθλιψη, στην οποία την είχαν βυθίσει διάφορα ατυχή συμβάντα, που αφορούσαν τόσο την προσωπική, όσο  και την επαγγελματική της ζωή. Υπερβολικά αδύνατη και ατημέλητη, σηκωνόταν από το κρεβάτι μόνο για να έρθει στις συνεδρίες φορώντας τα ρούχα  του σπιτιού. Έκλαιγε συχνά, με το παραμικρό, και δυσκολευόταν να πιστέψει ότι ήταν δυνατό να βγει από την συγκεκριμένη κατάσταση.

Όπως προέκυψε κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας: α) Η Όλγα ήταν η δευτερότοκη κόρη της οικογένειας, τρία χρόνια μικρότερη από την αδελφή της, που ήταν το παιδί θαύμα της οικογένειας τα οποίο απολάμβανε την αδυναμία και το θαυμασμό των γονιών τους. Η Όλγα είχε υπάρξει πολύ καλή μαθήτρια, όχι όμως άριστη. Ήταν η χαριτωμένη της οικογένειας, όμως αυτό δεν είχε κάποια ιδιαίτερη αξία για τους δικούς της,            β) είχε περάσει με την πρώτη στη σχολή της πρώτης επιλογής της, αλλά και αυτό είχε χάσει την αξία του, εφόσον η πρωτότοκη είχε περάσει τρίτη στη δική της σχολή , γ) ως έφηβη, αλλά και αργότερα ως φοιτήτρια είχε πολλούς θαυμαστές, όμως η ίδια, ενώ φλέρταρε πολύ, έμοιαζε να μην ενδιαφέρεται για τη δημιουργία μιας πιο σοβαρής σχέσης. Την ενδιέφερε να πάρει το πτυχίο της με πολύ καλό βαθμό και να αποκτήσει επιπλέον προσόντα, αφού προερχόταν από φτωχή οικογένεια. Πίστευε ότι όλες οι επιτυχίες της ήσαν προϊόν μεγάλου κόπου, δ) κόντευε πια τα 30, όταν είχε γνωρίσει τον μέλλοντα σύζυγό της. Είχε μείνει έγκυος, κατά λάθος, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Είχαν συμφωνήσει από κοινού να κρατήσουν το παιδί και να παντρευτούν. Η εμπειρία της συγκατοίκησης του ζευγαριού ήταν οδυνηρή. Η Όλγα είχε ζητήσει από τον άντρα της να φύγει από το σπίτι, ένα χρόνο μετά τη γέννηση του παιδιού τους. Γρήγορα το είχε μετανιώσει, όμως εκείνος είχε πληγωθεί και ήταν ανένδοτος, ε) η Όλγα ήταν ιδιαίτερα νευρική και ευέξαπτη, όπως η μητέρα της. Είχε συσσωρεύσει πολύ θυμό στη διάρκεια της ζωής της. Όποτε θύμωνε, δεν ήξερε τι έλεγε. Θεωρούσε τον εαυτό της αδικημένο, τόσο εξαιτίας της ταπεινής καταγωγής της, όσο και εξαιτίας των  διακρίσεων ων γονιών της σε βάρος της.

Η επεξεργασία των διαφόρων αρνητικών βιωμάτων της καθώς και των συνακόλουθων  συναισθημάτων την βοήθησαν να σηκωθεί από το κρεβάτι, να αναζητήσει, αλλά και να βρει μια ενδιαφέρουσα δουλειά πάνω στο αντικείμενό της. Με άλλα λόγια, έμαθε ν’ αναγνωρίζει, και να διαχειρίζεται καλύτερα τα καταθλιπτικά της συναισθήματα. Το γεγονός ότι εγκατέλειψε την θεραπευτική προσπάθεια μόλις ένιωσε καλύτερα και αποκαταστάθηκε επαγγελματικά δεν της επέτρεψε να τροποποιήσει σε ικανοποιητικό βαθμό τη στάση και τη συμπεριφορά της. Η Όλγα παρέμεινε νευρική και ευέξαπτη, όπως και η μητέρα της, τόσο στη σχέση της με τους το παιδί της, όσο και στις σχέσεις της με τους τρίτους. Όλοι μας, ως γονείς, έχουμε την τάση να επαναλαμβάνουμε το μόνο γνωστό μοντέλο που έχουμε, δηλαδή αυτό της σχέσης μας με τους γονείς μας. Η κλινική μου εμπειρία δείχνει ότι η συγκεκριμένη επανάληψη διακόπτεται μέσω της ψυχοθεραπείας, αλλά αυτό απαιτεί χρόνο!!

 

ψ

 

ΔΕΡΜΑΤΙΚΗ ΠΑΘΗΣΗ ΨΥΧΟΓΕΝΟΥΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ

Τον 57χρονο Θανάση τον έφερε στον ψυχολόγο, σχεδόν με το ζόρι, η 30χρονη κόρη του. Το γονεϊκό  ζευγάρι  είχε χωρίσει εδώ και πολλά χρόνια και η μοναχοκόρη ζούσε με τη μητέρα της.

Πριν από ένα μήνα, ξαφνικά, ο Θανάσης  είχε γεμίσει με κάτι περίεργα στίγματα στο πρόσωπο και στο στήθος του. Όπως συνήθως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, καθένας από τους γνωστούς του είχε κάνει τη δική του διάγνωση, και όλοι, λίγο-πολύ είχαν φοβηθεί το ενδεχόμενο ενός καρκίνου του δέρματος, ωσότου ο δερματολόγος τους διαβεβαίωσε ότι το θέμα ήταν της αρμοδιότητας ψυχολόγου.

Ο Θανάσης, παρότι γελαστός εκ πρώτης όψεως, ήταν άνθρωπος εσωστρεφής. Αρχικά μιλούσε, χωρίς να αναφέρει τίποτα το ουσιαστικό. Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι είχε μεγάλη ανάγκη να μιλήσει. Είχε χάσει τον πατέρα του σε τρυφερή ηλικία και είχε έρθει με την αγράμματη μητέρα του στην Αθήνα, όπου εκείνος πήγαινε σχολείο, ενώ εκείνη καθάριζε σπίτια. Θεωρούσε τα γράμματα ως ευκαιρία καταξίωσης και ως διαβατήριο εξόδου από τη φτώχεια. Αντικειμενικά, είχε επιτύχει επαγγελματικά, όμως ο ίδιος δεν ένιωθε ικανοποιημένος. Αντίθετα, ο Θανάσης θεωρούσε τον εαυτό του επιτυχημένο πατέρα, πράγμα που είχε επιβεβαιώσει και η κόρη του στην πρώτη και μοναδική κοινή μας συνάντηση. Ως σύντροφος, πίστευε επίσης ότι είχε αποτύχει, αφού, μετά το διαζύγιό του, δεν είχε στεριώσει σε καμία σχέση. Δήλωνε ότι θα ήθελε να έχει μια σταθερή σχέση, όμως θεωρούσε τον έρωτα επικίνδυνο πράγμα στην ηλικία του. Ένιωθε αφάνταστα μόνος. Δεν καταλάβαινε με πιο τρόπο σκεφτόντουσαν οι γυναίκες. Στη μοναξιά του συντελούσε και ο μειωμένος αριθμός φίλων.

Όπως αποδείχθηκε κατά τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας: α) Ο Θανάσης, όπως ακριβώς και η μητέρα του, είχε αφοσιωθεί αποκλειστικά στο μεγάλωμα της κόρης του. Ακόμα και τώρα που είχε μεγαλώσει, εξακολουθούσε να της δίνει χαρτζιλίκι, προκειμένου να ικανοποιεί κάθε της καπρίτσιο, με αποτέλεσμα η δική του ζωή και οι επιλογές του να περιορίζονται, β) Ο ίδιος, όπως έλεγε, δεν ήταν του συρμού, αλλά άνθρωπος παλαιών αρχών. Ήθελε μια μετρημένη ζωή με μια γυναίκα νοικοκυρά και αυτό δεν άρεσε σε όσες κυρίες είχε γνωρίσει. Αυτό που δεν είχε όμως συνειδητοποιήσει είναι ότι οι γυναίκες που τον γοήτευαν, γυναίκες εκλεπτυσμένου γούστου, ανεξάρτητες οικονομικά και επιτυχημένες επαγγελματικά, ανάλογης ηλικίας με αυτόν, ήταν μάλλον αναμενόμενο να μην συμφωνούν με τα σχέδιά του. Η μακροχρόνια ψυχοθεραπεία τον βοήθησε να γίνει πιο εύκαμπτος στις απόψεις του, ενώ λόγω της λεκτικοποίησης των συναισθημάτων του, έπαψε να σωματοποιεί τις ενδοψυχικές του συγκρούσεις, με συνέπεια την εξαφάνιση των ενοχλητικών στιγμάτων!

 

 

ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΝΟΣΟΥ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΗΣ

Η 65χρονη Τασία επισκέφθηκε τον ψυχολόγο, επειδή δυσκολευόταν να αποδεχθεί την διάγνωση της ύπαρξης ψυχωτικής συνδρομής στον μοναχογιό της. Ο 37χρονος Ηλίας είχε νοσήσει πριν από δυο χρόνια, εντελώς ξαφνικά, μετά τα τέλος μιας σύντομης, αλλά πολύ έντονης ερωτικής σχέσης, η οποία είχε λήξει με πρωτοβουλία της συντρόφου του. Τότε, εκτός από την συναισθηματική κατάρρευση, είχε αρχίσει να εμφανίζει διάφορες παραληρητικές ιδέες, οι οποίες είχαν αιφνιδιάσει και τρομάξει τους δικούς του. Τότε το γονεϊκό ζευγάρι, με πρωτοστατούσα την Τασία, είχε αγωνιστεί, προκειμένου το παιδί τους να μην νοσηλευτεί, πράγμα το οποίο επετεύχθη με την συνεργασία ενός ψυχιάτρου. Όμως, ο Ηλίας δεν ήθελε να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του γιατρού και η Τασία είχε κάνει αγώνα, προκειμένου να τον πείσει να παίρνει την φαρμακευτική του αγωγή.

Στη συνέχεια, είχε αρχίσει ο αγώνας, προκειμένου ο Ηλίας να σηκωθεί από το κρεβάτι, με άλλα λόγια να βγει από την απραξία και να βρει πάλι κάποιο νόημα ζωής. Η Τασία είχε προσπαθήσει να βάλει κάποιο πρόγραμμα στην καθημερινότητά του. Του είχε ζητήσει να αναλάβει κάποιες από τις οικογενειακές υποχρεώσεις, όσες αφορούσαν τις εξωτερικές εργασίες. Ο Ηλίας, μετά από κάποιο διάστημα,  τις εκτελούσε, αλλά κάπως μηχανικά, σαν να έπαιζε ένα ρόλο. Όσο ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του μοναχογιού της δεν βελτιωνόταν θεαματικά, τόσο φούντωναν τα καταθλιπτικά συναισθήματα, αλλά και ο θυμός της Τασίας. Το παιδί που είχε απέναντί της, δεν ήταν ο γιος που γνώριζε. Καλούνταν, όπως έλεγε, να δημιουργήσει μια καινούργια σχέση μ’ έναν άγνωστο. Θύμωνε μαζί του, επειδή είχε τόσο αργούς ρυθμούς. Θύμωνε, επειδή έχανε μεγάλο μέρος της προσωπικής της ζωής στην προσπάθειά της να τον φροντίσει. Ένιωθε ότι δεν είχε πολλά χρόνια μπροστά της για να ζήσει με τον άντρα της, ενώ παράλληλα ανησυχούσε για τη δική του τύχη μετά τον δικό τους θάνατο. Επίσης, ένιωθε ενοχές, επειδή τόσα χρόνια δεν είχε καταλάβει τίποτα και αναρωτιόταν αν τα πράγματα θα είχαν εξελιχτεί καλύτερα σε περίπτωση που το είχαν ανακαλύψει νωρίτερα.

Μέσα από την διαδικασία της ψυχοθεραπείας κατάφερε να: α) γνωρίσει τη φύση της παθολογίας του γιου της, επομένως να γνωρίζει τι μπορούσε να περιμένει από εκείνον και τι όχι, β) αποβάλλει τις ενοχές της, εφόσον ως μη ειδικός, δεν θα μπορούσε να είχε κάνει διάγνωση, γ) επεξεργαστεί το θυμό και τα καταθλιπτικά συναισθήματα που της είχε προκαλέσει η διάψευση των προσδοκιών της σε σχέση με το παιδί της.

 

 

 

ΨΥΧΟΓΕΝΗΣ ΓΑΣΤΡΟΡΡΑΓΙΑ

Η 42χρονη Μάνια αποφάσισε να επισκεφθεί τον ψυχολόγο, μετά από σύσταση του γαστρεντερολόγου της και αφού είχε υποστεί μια σοβαρή γαστρορραγία. Ήταν παντρεμένη μ’ έναν ιδιαίτερα επιτυχημένο μεγαλοεπιχειρηματία και είχε αποκτήσει μαζί του δυο γιους που ήσαν 22 και 20 χρονών. Ο άντρας της ήταν 15 χρόνια μεγαλύτερός της. Τον είχε γνωρίσει  πολύ μικρή και την είχε εντυπωσιάσει με τον δυναμισμό και την έντονη προσωπικότητά του. Είχαν από κοινού αποφασίσει ότι εκείνη δεν θα εργαζόταν, προκειμένου να αφοσιωθεί στο μεγάλωμα των παιδιών τους.        Η Μάνια προερχόταν από πολύτεκνη οικογένεια. Είχε ακόμα πέντε αδέλφια, ενώ η ίδια ήταν το τρίτο παιδί κατά σειρά γέννησης. Η μητέρα της περιγραφόταν ως καλή μητέρα, που τους φρόντιζε όλους, όμως δεν είχε χρόνο ν’ ασχοληθεί με τον καθένα χωριστά. Με τα δυο μικρότερα παιδιά της είχε ασχοληθεί περισσότερο, αφού οι υπόλοιποι είχαν πια μεγαλώσει. Ο πατέρας της εργαζόταν ως πωλητής σε μεγάλη εταιρεία, επομένως έλειπε τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας σε ταξίδια ανά την Ελλάδα. Ως άνθρωπος ήταν αυστηρός, αλλά δίκαιος. Τόσο η ίδια όσο και τα αδέλφια της, τον φοβόντουσαν.

Όπως προέκυψε κατά την διαδικασία της ψυχοθεραπείας, η Μάνια αισθανόταν ότι είχε περάσει κατευθείαν από τον πατέρα της στον άντρα της. Από εκεί δηλαδή που ήταν παιδί, είχε γίνει σύζυγος και μητέρα. Εφηβεία δεν είχε περάσει και δεν είχε γίνει γυναίκα. Φοβισμένη ήταν ανέκαθεν και φοβισμένη είχε παραμείνει. Ο άντρας της τής είχε επιβληθεί από την αρχή. Τα πρώτα χρόνια, αυτό την είχε βολέψει, αφού και αυτή δεν είχε το θάρρος να βγει και ν’ αντιμετωπίσει τη ζωή. Σιγά-σιγά όμως είχε αρχίσει να ασφυκτιά από την υπερβολική παρουσία του άντρα της σε κάθε πτυχή της ζωής τους. Είχε γνώμη για όλα και με τον ήρεμο, αλλά άκαμπτο τρόπο του δεν δεχόταν κανενός είδους αντίρρηση. Το ίδιο έκανε και με τα παιδιά τους. Τον έβλεπε καθημερινά να τα ευνουχίζει. Τον παρακολουθούσε και έβραζε μη μπορώντας να εξωτερικεύσει την οργή της, από φόβο μήπως: α) βρεθεί στο δρόμο, εφόσον δεν διέθετε κάποια συγκεκριμένα προσόντα που θα της επέτρεπαν να βρει δουλειά, β) τα παιδιά της χάσουν τον πατέρα τους και το καλύτερο μέλλον που μπορούσε να τους προσφέρει. Όλα αυτά λοιπόν που κατάπινε, χωρίς να μπορεί να τα χωνέψει, είχαν βλάψει το στομάχι της. Η μακροχρόνια ψυχοθεραπεία την βοήθησε ν’ αποκτήσει αυτογνωσία, περισσότερη αυτοεκτίμηση και καλύτερες δεξιότητες επικοινωνίας.

 

 

 

Σελίδα 3 από 5